Μια νέα μελέτη υποδεικνύει ότι μια απλή εξέταση ούρων θα μπορούσε να βοηθήσει στον εντοπισμό παιδιών που ενδέχεται να βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού νωρίτερα από τις υπάρχουσες μεθόδους αξιολόγησης.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα παιδιά με αυτισμό εμφανίζουν συγκεκριμένα μικροβιακά προφίλ στο έντερο, τα οποία μπορούν να τα διαφοροποιήσουν από τα παιδιά τυπικής ανάπτυξης. Με βάση αυτά τα προφίλ, αναπτύχθηκε μια εξέταση ούρων που κατάφερε να αναγνωρίσει σωστά περίπου το 90% των παιδιών με αυτισμό.

Τα βακτήρια του εντέρου παράγουν μεταβολίτες, δηλαδή χημικές ουσίες που προκύπτουν από τη δράση των μικροοργανισμών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ορισμένοι από αυτούς τους μεταβολίτες αποτελούν τροποποιημένες μορφές της σεροτονίνης και της ντοπαμίνης, δύο βασικών νευροδιαβιβαστών που σχετίζονται με τη διάθεση, τη γνωστική λειτουργία και τη μνήμη.

Στη μελέτη παρατηρήθηκε ότι τα παιδιά με αυτισμό εμφάνιζαν αυξημένα επίπεδα μεταβολιτών που προέρχονται από τα αμινοξέα τυροσίνη, τρυπτοφάνη και φαινυλαλανίνη, τα οποία συμμετέχουν σε σημαντικές νευροβιολογικές οδούς.

Όπως ανέφεραν οι ερευνητές, το 80% έως 90% των παιδιών με αυτισμό παρουσίαζε πολύ υψηλά επίπεδα ενός ή περισσότερων από αυτούς τους μικροβιακούς μεταβολίτες.

Με βάση τα ευρήματα, δημιουργήθηκε μια εξέταση ούρων που αναλύει 17 συγκεκριμένους μεταβολίτες σε παιδιά ηλικίας 2 έως 11 ετών. Το τεστ δεν αποτελεί διαγνωστικό εργαλείο από μόνο του, αλλά θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μέθοδος πρώιμου εντοπισμού παιδιών με αυξημένη πιθανότητα διάγνωσης αυτισμού, ώστε να ακολουθήσει περαιτέρω εξειδικευμένη αξιολόγηση.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι πολλές οικογένειες περιμένουν μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να λάβουν διάγνωση, καθώς οι σημερινές μέθοδοι βασίζονται κυρίως στην παρατήρηση της συμπεριφοράς του παιδιού. Η έγκαιρη αναγνώριση των παιδιών που χρειάζονται αξιολόγηση μπορεί να επιτρέψει την ταχύτερη πρόσβαση σε υποστήριξη και παρεμβάσεις, οι οποίες είναι ιδιαίτερα σημαντικές κατά τα πρώτα χρόνια της ανάπτυξης.

Πηγή

The University of Arizona